Για τη διετή παρουσία του στον Παναθηναϊκό (2020-2022) και τη σοβαρή περιπέτεια υγείας που τον οδήγησε μέχρι τις κρίσεις πανικού, μίλησε ανοιχτά ο Νεμάνια Νέντοβιτς.
Ο Σέρβος γκαρντ, φιλοξενούμενος στο podcast «6.75», προχώρησε σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση για τις στιγμές αγωνίας που βίωσε, αποκαλύπτοντας παράλληλα την ιδιαίτερη σχέση σεβασμού που διατηρεί μέχρι σήμερα με τους φίλους του «τριφυλλιού».
Το δράμα με την τροπονίνη και ο ψυχολογικός Γολγοθάς
Αναφερόμενος στην περίοδο που υπέγραψε στους «πράσινους», ο έμπειρος άσος θυμήθηκε πως προερχόταν από μια εξαιρετική αγωνιστική κατάσταση. Ωστόσο, η νόσησή του με κορωνοϊό άλλαξε απότομα τα δεδομένα.
«Έκανα μια εξέταση και οι τιμές της τροπονίνης στο αίμα μου βγήκαν υψηλές, κάτι που σχετίζεται με την καρδιά. Εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ένα τεράστιο δράμα στο μυαλό μου. Φοβάσαι και σε πιάνει πανικός», εξήγησε ο Νέντοβιτς.
Η εξέλιξη αυτή τον ανάγκασε να χάσει το φινάλε της σεζόν και το Προολυμπιακό Τουρνουά. Παρά τις προτάσεις που αποσύρθηκαν, ο Παναθηναϊκός τον ανανέωσε για δύο χρόνια. Ωστόσο, η επιστροφή του συνοδεύτηκε από έντονο άγχος και σωματικές αντιδράσεις.
«Άρχισα να νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος, το οποίο ήταν ψυχολογικό. Για πρώτη φορά στη ζωή μου έπαθα κρίσεις πανικού. Έβγαινα έξω στον κόσμο, ένιωθα σφίξιμο και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Η ιατρική δικαίωση και η αποθέωση στην Αθήνα
Η λύση δόθηκε όταν οι γιατροί διαπίστωσαν πως τα ανεβασμένα επίπεδα τροπονίνης ήταν φυσιολογικά για τον οργανισμό του. Έπειτα από εξονυχιστικές εξετάσεις, ο Σέρβος ξεπέρασε τους φόβους του και επέστρεψε σταδιακά στη δράση υπό τις οδηγίες του Δημήτρη Πρίφτη.
Παρά το γεγονός ότι πλέον αγωνίζεται στον Ερυθρό Αστέρα, ο Νέντοβιτς στάθηκε στο δέσιμο που διατηρεί με τον κόσμο του Παναθηναϊκού:
«Είναι πολύ σπάνιο να χειροκροτούν κάποιον στην Αθήνα που φοράει ερυθρόλευκα. Ήμουν ο καλύτερος παίκτης της ομάδας εκείνες τις δύο σεζόν. Με αγάπησαν. Ακόμα και σήμερα, όποτε πηγαίνω στην Αθήνα, υπάρχει απίστευτος σεβασμός. Μου λένε συνέχεια “γύρνα πίσω”, κι εγώ τους απαντάω αστειευόμενος “εντάξει, απλώς πάρτε με τηλέφωνο”».